Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014


ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Β’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

ΕΝΟΤΗΤΑ 1η (ΘΕΩΡΙΑ)




ΑΧΩΡΙΣΤΑ ΜΟΡΙΑ: μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις που δεν εκφέρονται ποτέ μόνες τους αλλά χρησιμοποιούνται ως πρώτο συνθετικό σύνθετων λέξεων. Διακρίνονται σε λαϊκά και λόγια:

ΑΧΩΡΙΣΤΑ ΛΑΙΚΑ ΜΟΡΙΑ

Ø α-, αν- (δηλώνει άρνηση ή στέρηση) > ά-κακος, αν-άλατος

Ø ξε- (έξω) >ξεπορτίζω, (πολύ) > ξεκουφαίνω, (εντελώς) > ξεπαγιάζω, (στέρηση ή αναίρεση) > ξεκολλώ, (τέλος ενέργειας) > ξεμεθώ

Ø ανά- (επάνω) > αναπηδώ, (πίσω, πάλι) > αναβάλλω, αναδάσωση), επανάληψη > αναβαθμίζω, (υποκοριστική σημασία) > ανάλαφρος

ΑΧΩΡΙΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΡΙΑ

Ø αμφί- (από τα δύο μέρη, γύρω) > αμφίβιο, αμφιβολία, αμφιθέατρο, αμφίδρομος, αμφιλεγόμενος, αμφίπλευρος, αμφίρροπος, αμφισημία

Ø αρχι- (πρώτος, ανώτερος) > αρχιεπίσκοπος, αρχιτέκτονας, αρχιστράτηγος

Ø δια-/δι- (ανάμεσα, παντού, διάλυση) > διαβαίνω, διακηρύττω, διασπώ

Ø διχο- (μοιρασμένος σε δύο) > διχόνοια, διχογνωμία, διχοτόμηση

Ø δυσ- (δύσκολος, κακός) > δυσεύρετος, δύστυχος, δυσάρεστος, δύσβατος, δύσκαμπτος, δυσκινησία, δυσλεκτικός, δυσμένεια, δυστροπία, δυσφορία

Ø εισ- (κίνηση μέσα) > εισβάλλω, είσοδος, εισαγγελέας, εισαγωγικός, εισχωρώ, είσπραξη, εισπνοή, εισέρχομαι

Ø εκ-/εξ- (έξω, αλλαγή, πολύ) > εκφράζω, έκδοση, εξελληνισμός, εξαγριώνω

Ø εν-/εμ-/εγ-/ερ-/ελ- (μέσα) > ενόραση, εναλλαγή, έμφαση, εμπλοκή, εγγραφή, εγκοπή, έλλογος, ελλειπτικός, έρρινος, έρρυθμος

Ø επι-/ επ-/ εφ- (επάνω) > επιβλέπω, επιβάρυνση, επιγραφή,  επάλληλος, επαγωγή, επαλήθευση, έφιππος, εφεύρεση, εφησυχασμός, έφοδος

Ø ευ- (πολύ) >  ευάερος, ευήλιος, ευτυχία, ευερέθιστος, εύκαμπτος, ευαισθησία, ευμετάβλητος, ευκαιρία, ευκίνητος, εύπεπτος, εύσωμος, εύχρηστος

Ø ημι- (μισό) > ημισφαίριο, ημικύκλιο, ημιθανής, ημιαπασχόληση, ημίαιμος, ημίγυμνος, ημιμαθής, ημίονος, ημιστίχιο, ημίχρονο, ημίτονο, ημισέληνος

Ø ομο- (το ίδιο)  > ομόγλωσσος, ομόφωνος, ομοτράπεζος, ομογενής, ομόηχος, ομογάλακτος, ομοειδής

Ø περί- (γύρω, πολύ) > περιορίζω, περιζήτητος, περίβολος, περικάρπιο, περίοπτος, περίφημος, περιβάλλω, περιδιαβαίνω, περίπτερο, Περικλής

Ø συν-/συγ-/συλ-/συμ-/συρ-/συσ-/συ-/συνε- (μαζί) > συνένοχος, συνάδελφος, συντοπίτης, συγγραφέας, συγκάτοικος, σύλλογος, συλλαλητήριο, συμμαθητής, σύμβολο, συμφωνώ, συρραπτικό, σύρριζα, συρραφή, σύσσωμο, συσσώρευση, συσφίγγω, σύσκεψη,  συχωριανός, συνεπαίρνω, συνέταιρος, συνεχής, συνεργός

Ø τηλε- (μακριά) > τηλεόραση, τηλέφωνο, τηλεσκόπιο, τηλέγραφος, τηλεδιάσκεψη, τηλεπαρουσιαστής, τηλεοπτικός, τηλεκατευθυνόμενο

Ø υπο-/υπ-/υφ- (από κάτω, πίσω συνοδεία) > υποδιευθυντής, υποχωρώ, υποβάλλω, υπόγειος, υπάρχω, υποσιτισμός, υφαρπαγή, υφάλμυρος

Ø παν- (ολόκληρος) > πανάθλιος, πανεύκολος, πανελλαδικά, πανευρωπαϊκή

Ø προ- (πριν) > προπολεμικός, προθάλαμος, προϊστορικός, προφανής, προκείμενο, προγενέστερος, προβολή, προκαταβολή, προθέρμανση

Ø προσ- (μέσα) > προσβάλλω, προσδόκιμος, πρόσκληση, προσφορά, προσκαλώ, προσμετρώ, πρόσκρουση, προστακτική, προσανατολίζομαι, πρόστυχος

Ø απο-/απ-/αφ- (μακριά) > αποτραβιέμαι, αποβολή, απόστρατος, αποχή, απάνεμος, αφαίμαξη, αφαιρώ, αφαλάτωση

Ø κατα-/κατ- (κάτω) > κατάβαση, καταδρομικό, καταμερισμός, καταβάλλω, κατάσαρκα, καταμεσήμερο, κατολίσθηση, κατειλημμένος, κάτωχρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου